οπισθοδρόμηση

οπισθοδρόμηση
Κίνηση προς τα πίσω, που εκτελεί ένα οποιοδήποτε πυροβόλο όπλο. Η κίνηση αυτή οφείλεται στην ενέργεια των αέριων εκπυρσοκρότησης, που, εκτός από την εκτόξευση του βλήματος, ασκούν και μια αξονική πίεση στο κλείστρο του όπλου· αντίθετα με ό,τι συμβαίνει με το βλήμα, η ταχύτητα ο. είναι λίγα μ./δ., και είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την οπισθοδρομούσα μάζα, που αποτελείται από την κάνη και από τα συναφή όργανα. Στα απλά φορητά όπλα, η ενέργεια της ο. απορροφάται από τον χειριστή του όπλου, ενώ στα αυτόματα ένα μέρος της χρησιμοποιείται για την κίνηση των οργάνων εκείνων που εξασφαλίζουν την αυτόματη λειτουργία του όπλου. Στα πυροβόλα, κατά την εκσφενδόνιση του βλήματος, η κάνη ολισθαίνει μέσα σε έναν σωλήνα (κοιτίδα), που με τη βοήθεια δύο μεγάλων πλευρικών πείρων (ωτία), στηρίζεται πάνω στις στεφάνες ή στο διχαλωτό του κιλλίβαντα. Η κάνη και η κοιτίδα συνδέονται μεταξύ τους με δύο κύρια όργανα: το φρένο (ισορροπητής), συνήθως υδραυλικού τύπου, που περιορίζει την προς τα πίσω πορεία της μάζας, και τον επανατάκτη, που πρέπει να επαναφέρει την κάνη στη θέση ηρεμίας (πυροβόλο έτοιμο προς βολή), όπου τη συγκρατεί και όταν το όπλο έ-χει τη μέγιστη ύψωση. Για τους σκοπούς αυτούς, ο επανατάκτης είναι εφοδιασμένος, ανάλογα με τους τύπους, με ελικοειδή ελατήρια ή με υδραυλοπνευστικό σύστημα με έμβολο, το οποίο απορροφά ένα μέρος από την ενέργεια της ο. Για να αποφευχθεί η απότομη επιστροφή της κάνης στην κανονική της θέση –πράγμα που συμβαίνει συνήθως για υψώσεις μικρότερες από τη μέγιστη– το στόμιο της κάνης είναι εφοδιασμένο με ένα μικρό αντίφρενο(χαλινωτήριο στόματος): το όργανο αυτό αποτελείται συνήθως, όπως και ο ισορροπητής, από έναν κύλινδρο γεμάτο με υγρό, μέσα στο οποίο ολισθαίνει ένα έμβολο, και συνδέεται με τον ισορροπητή, ώστε να αποτελέσουν ένα και μόνο συγκρότημα. Το βέλος R δείχνει τη γρήγορη οπισθοδρομική κίνηση που εκτελεί το όπλο κατά την αναχώρηση κάθε βλήματος: 1 - κοιτίδα όπου το πυροβόλο γλυστρά κατά τη στιγμή της βολής? 2 - πυροβόλο με τη σχετική ελίκωση? 3 - ωτία? 4 - ωτία κιλλίβαντα που στηρίζει την κοιτίδα? 5 - επανατάκτης του τύπου με ελατήριο? 6 - υδραυλοπνευστικός επανατάκτης, που περιέχει άζωτο και μείγμα με βάση τη γλυκερίνη? 7 - υδραυλικό φρένο (ισορροπητής) με νερό και γλυκερίνη.
* * *
η
1. η προς τα πίσω κίνηση, οπισθοχώρηση
2. (για πυροβόλο όπλο) ανάκρουση, ανατροχασμός, κλότσημα, λάκτισμα
3. έλλειψη προοδευτικότητας, καθυστέρηση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < οπισθοδρομώ. Η λ., στον λόγιο τ. οπισθοδρόμησις, μαρτυρείται από το 1815 στον Χρ. Περραιβό].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • οπισθοδρόμηση — η η κίνηση προς τα πίσω, η οπισθοχώρηση, η υποχώρηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μεσμπάουερ, Ρούντολφ Λούντβιχ — (Rudolf Ludwig Messbauer, Μόναχο 1929 –). Γερμανός φυσικός. Σπούδασε στη γενέτειρά του, ενώ από το 1955 έως το 1957 εργάστηκε στο Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ της Χαϊδελβέργης και στη συνέχεια στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας στην Πασαντίνα της Καλιφόρνια,… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • ανάκρουση — η (Α ἀνάκρουσις) [ἀνακρούω] μετακίνηση προς τα πίσω κατόπιν ωθήσεως, οπισθοδρόμηση, απώθηση νεοελλ. εκτέλεση μουσικού κομματιού από ορχήστρα αρχ. 1. αντίδραση στην αποθάρρυνση 2. (ως μουσ. όρος) αρχή μέλους, προοίμιο, προανάκρουσμα 3. (μετρ.)… …   Dictionary of Greek

  • ανάλυση — Η διάλυση μιας σύνθετης ουσίας στα συστατικά της· το λιώσιμο μιας ουσίας· η διαίρεση του λόγουσε στοιχεία και η εύρεση της μεταξύ τους σχέσης· λεπτομερειακή έκθεση των στοιχείων μιας θεωρίας ή ενός φιλοσοφικού συστήματος· η μελέτη των στοιχείων… …   Dictionary of Greek

  • αναποδισμός — ο (Α ἀναποδισμός) [ἀναποδίζω (Ι)] βάδιση προς τα πίσω, οπισθοδρόμηση, επάνοδος, επιστροφή αρχ. 1. ανάκληση 2. επιμελέστερη ή ακριβέστερη εξέταση …   Dictionary of Greek

  • αναπόδιση — η (Μ ἀναπόδισις) [ἀναποδίζω (Ι)] οπισθοδρόμηση, οπισθοχώρηση …   Dictionary of Greek

  • ανατροχασμός — ο (Α ἀνατροχασμός) η βίαιη οπισθοδρόμηση πυροβόλου κατά την εκπυρσοκρότησή του αρχ. τρέξιμο προς τα πίσω …   Dictionary of Greek

  • ανθυποφέρω — ἀνθυποφέρω (AM) φέρνω αντιρρήσεις αρχ. 1. ανταπαντώ 2. προκαλώ οπισθοδρόμηση, καθυστέρηση 3. αλλάζω, προκαλώ ριζικές αλλαγές …   Dictionary of Greek

  • διαφωτισμός — Ιδεολογικό και πολιτιστικό κίνημα του 18ου αι., που επεκτάθηκε σχεδόν σε όλους του κύκλους των πνευματικών ανθρώπων της Ευρώπης, αλλά είχε τα κέντρα ακτινοβολίας του και τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αρχικά στην Αγγλία και αργότερα κυρίως… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”